Απέλπιδα προσπάθεια να διαφύγει των έκνομων ενεργειών της η κυβέρνηση, το νομοσχέδιο για την ΕΥΠ

Η απέλπιδα προσπάθεια της κυβέρνησης να μην θεωρούνται οι έως τώρα πρακτικές και μεθοδεύσεις της, αναφορικά με τις υποκλοπές, έκνομες, μετουσιώνεται σε ένα νομοσχέδιο, το οποίο αφενός θέτει υπό αμφισβήτηση δημοκρατικά κεκτημένα, αφετέρου έχει στόχο την εκ των υστέρων νομιμοποίηση παραβάσεων της νομοθεσίας και του Συντάγματος, εμποδίζοντας παράλληλα τον έλεγχο στην #ΕΥΠ για αυθαιρεσίες, αλλά και τον έλεγχο αγοράς και διακίνησης κακόβουλων λογισμικών.

Και αυτή η πεποίθηση είναι δίκαιη, καθώς το νομοσχέδιο είναι άρρηκτα δεμένο με τα όσα ανεκδιήγητα έχουν συμβεί τους τελευταίους μήνες στη χώρα μας.

Αναλογιζόμενος κάποιος ποιοί αποτέλεσαν στόχο παρακολούθησης, το επιχείρημα ότι οι παρακολουθήσεις πολιτικών προσώπων, δημοσιογράφων και λοιπών, επιτράπηκαν για λόγους Εθνικής Ασφάλειας, εκπίπτει μπροστά στην κοινή λογική, ότι δηλαδή είναι επικίνδυνοι για τον ελληνικό λαό και τη χώρα, επικίνδυνοι για την εθνική ασφάλεια αρχηγοί κομμάτων, εκλεγμένοι αντιπρόσωποι του λαού, δημοσιογράφοι που ερευνούν θέματα που ενδεχομένως είναι κόκκινο πανί για την κυβέρνηση, αλλά και αρχηγοί σωμάτων ασφαλείας!

Η κυβέρνηση πλέον εμφανίζεται απομονωμένη όσον αφορά στο νομοσχέδιο για την ΕΥΠ, αφού εκτός από τις πολιτικές δυνάμεις του τόπου, που εναντιώνονται σε αυτό, αντίθετες είναι και οι ανεξάρτητες αρχές και θεσμικοί παράγοντες. Όχι τυχαία, καθώς το νομοσχέδιο θίγει τον πυρήνα των ατομικών δικαιωμάτων, δημιουργεί πρόβλημα στην αρχή της αναλογικότητας, δίνει μεγάλες αρμοδιότητες στην ΕΥΠ αναφορικά με την άρση του απορρήτου για λόγους εθνικής ασφάλειας, η οποία είναι δυσπροσδιόριστη στο νομοσχέδιο, και την εξαίρεση της συναρμοδιότητας της ΑΔΑΕ από τον γενικό κανονισμό, παρόλο που οι λόγοι εθνικής ασφάλειας υπόκεινται στους κανόνες προστασίας προσωπικών δεδομένων του Συντάγματος, που δεν κάνει διάκριση, αλλά και στη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης.

Η κυβέρνηση κάνει μία ακόμα φορά επικοινωνιακή διαχείριση του μείζονος πολιτικού και πολιτειακού προβλήματος που η ίδια δημιούργησε, στρουθοκαμηλίζοντας, τη στιγμή που στην Ευρώπη τίθεται θέμα από την Κομισιόν, να επιβληθεί στην Ελλάδα αιρεσιμότητα στη ροή των αναπτυξιακών κονδυλίων, δηλαδή περικοπή, εξαιτίας της παραβίασης κανόνων του κράτους δικαίου. Κάτι ανάλογο συνέβη με την Πολωνία και με την Ουγγαρία πρόσφατα. Η Ελλάδα είχε απειληθεί και παλαιότερα, το 2004, να υποστεί περικοπή του 4ου Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης, αν δεν ακύρωνε τον νόμο για τον βασικό μέτοχο στα ΜΜΕ.

Η παραβίαση του κράτους δικαίου δεν συνίσταται μόνο στις υποκλοπές, αλλά και σε σειρά άλλων θεμάτων, όπως στην ελευθερία του τύπου, για την οποία η χώρα μας αξιολογήθηκε για το 2022 στην 108η θέση σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιεύουν ετησίως οι «Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα» (RSF), ενώ σε ό,τι αφορά την Ευρωπαϊκή Ένωση, έχει αντικαταστήσει τη Βουλγαρία στην τελευταία θέση.

Μάλιστα, εν όψει εκλογών, αν και επανέρχεται η δυνατότητα της ΑΔΑΕ να ενημερώνει τους θιγόμενους, επί της ουσίας εμποδίζεται η έρευνα για το αν παρακολουθούνταν πολιτικά πρόσωπα, αφού αυτή η ενημέρωση μπορεί να πραγματοποιηθεί τρία χρόνια μετά το πέρας της παρακολούθησης!

Με απλά λόγια, η κυβέρνηση έχει ποδοπατήσει με πράξεις, πρακτικές, μεθοδεύσεις, τροπολογίες, και άλλες αλχημείες κάθε έννοια του κράτους δικαίου στη χώρα μας, θέτοντας σε κίνδυνο το πολίτευμα, την δικαιοσύνη, ακόμα ακόμα και την οικονομική ανάπτυξη της χώρας μας.

Ο νέος νόμος που παραβιάζει βασικές συνταγματικές αρχές και δεν διασφαλίζει κανένα νομικό δικαίωμα των πολιτών, αποτελεί την αγωνιώδη προσπάθεια της κυβέρνησης, να αποτελέσει σωσίβιο “νομιμότητας” και διαφυγής από τις τεράστιες ευθύνες για τον κ. Μητσοτάκη, εθελοτυφλώντας μπροστά στην σωτήρια και αναγκαία για τον τόπο πολιτική αλλαγή, που είναι προ των πυλών.