Τοποθέτηση Σωκράτη Βαρδάκη στην Διαρκή Επιτροπή Κοινωνικών Υποθέσεων

Θωρακίζεται νομοθετικά το εργασιακό δικαίωμα της επίσχεσης με τροπολογία που κατέθεσαν οι βουλευτές

Με τροπολογία που κατέθεσαν βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ θεσπίζεται ρητά ο κανόνας ότι η άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης του εργαζομένου, σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής δεδουλευμένων αποδοχών, δεν μπορεί να θεωρηθεί από τον εργοδότη ως οικειοθελής αποχώρηση του εργαζομένου από την εργασία του ή ως σιωπηρή καταγγελία της σύμβασης ή σχέσης εργασίας από αυτόν. Εξασφαλίζεται, έτσι, ένα minimum προστασίας για τους εργαζομένους, οι οποίοι έχουν ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις κατά των εργοδοτών για την καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών.

Με τροπολογία που κατέθεσαν βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ στο νομοσχέδιο του υπουργείου Εργασία που συζητείται αυτές τις μέρες στη Βουλή, θωρακίζεται το δικαίωμα στην επίσχεση για τους εργαζόμενους σε περίπτωση καθυστέρησης του εργοδότη να καταβάλει δεδουλευμένες αποδοχές.

Όπως τονίζουν οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ, στην αιτιολογική έκθεση της τροπολογίας που κατέθεσαν, «διαπιστώνεται ολοένα και εντονότερα η τάση αμφισβήτησης της νομιμότητας άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης, η οποία σε ορισμένες περιπτώσεις έχει οδηγήσει στην κρίση ότι η άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης δεν είναι απλώς καταχρηστική αλλά συνιστά σιωπηρή δήλωση βούλησης του εργαζομένου να λύσει τη σύμβαση εργασίας, εκλαμβάνεται δηλαδή ως σιωπηρή εκ μέρους του εργαζομένου καταγγελία αυτής, με όλες τις δυσμενείς συνέπειες που αυτή συνεπάγεται, όπως λ.χ. η μη καταβολή αποζημίωσης απόλυσης (ενδεικτικά ΑΠ 117/2017 ΤΝΠ Νόμος). Η τάση αυτή έχει ως αποτέλεσμα να επιρρίπτονται σε βάρος των απλήρωτων εργαζομένων οι επιχειρηματικοί κίνδυνοι που ανέκαθεν ανήκαν στη σφαίρα ευθύνης των εργοδοτών και να περιορίζονται σημαντικά τα δικαιώματα των εργαζομένων».

Υπενθυμίζεται ότι πρόσφατα (Ιούλιος 2017) το Β2 Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου αποφάνθηκε «…από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 5 παρ . 3 του ν. 2112/1920 και 173, 200 και 288 ΑΚ συνάγεται ότι σε περίπτωση αποχής του μισθωτού από την εργασία του, που δεν οφείλεται σε ασθένεια βραχείας διάρκειας ή λοχεία ή στην κατά το νόμο 3514/1928 στράτευσή του, αλλά σε άλλη αιτία, όπως σε επίσχεση της εργασίας του, το δικαστήριο, εκτιμώντας γενικά τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αποχή, κρίνει σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, αν η αποχή αυτή, κατά κρίση αντικειμενική, πρέπει να θεωρηθεί ως σιωπηρή δήλωση βούλησης του εργαζόμενου να λύσει τη σύμβαση εργασίας του, δηλαδή ως σιωπηρή εκ μέρους του καταγγελία αυτής, με όλες τις δυσμενείς γι’ αυτόν επιπτώσεις».

Με την προτεινόμενη διάταξη στην τροπολογία των βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ θεσπίζεται ρητά ο κανόνας ότι η άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης του εργαζομένου, σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής δεδουλευμένων αποδοχών, δεν μπορεί να θεωρηθεί από τον εργοδότη ως οικειοθελής αποχώρηση του εργαζομένου από την εργασία του ή ως σιωπηρή καταγγελία της σύμβασης ή σχέσης εργασίας από αυτόν. Εξασφαλίζεται, έτσι, ένα minimum προστασίας για τους εργαζομένους, οι οποίοι έχουν ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις κατά των εργοδοτών για την καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών.

Επισυνάπτεται η τροπολογία