Η κοινωνία θα γράψει τον επίλογο της κυβέρνησης που ευθύνεται για τη βίαιη φτωχοποίησή της

Το τελευταίο διάστημα ο ελληνικός λαός, εμβρόντητος, παρακολουθεί μία κυβέρνηση σε πλήρη άρνηση, ανίκανη και λίγη, να στέκεται με σταυρωμένα τα χέρια μπροστά στον αρμαγεδώνα, μοιράζοντας ευχές.

Λίγη, απέναντι στις τεράστιες αυξήσεις στο ενεργειακό κόστος, για τις οποίες εδώ και μήνες φωνάζαμε, ζητώντας να παρθούν άμεσα μέτρα ώστε να προστατευτούν οι πολίτες, οι οποίοι συνθλίβονται από το δυσβάσταχτο κύμα ακρίβειας.

Αντ’ αυτού, βλέπουμε τους υπουργούς να πανηγυρίζουν για τη μετοχή της ΔΕΗ και τα “άριστα” στελέχη που φρόντισαν να αναβαθμίσουν με παχυλούς μισθούς, αδιαφορώντας πλήρως για τους λογαριασμούς που μοιράζουν εγκεφαλικά στον κόσμο.

Η χώρα μας εξακολουθεί να διατηρεί την ακριβότερη χονδρική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας, γεγονός που σε συνδυασμό με τις χείριστες επιλογές της κυβέρνησης στην ενεργειακή πολιτική και την κρίση στην Ουκρανία, δημιουργούν ένα πρωτοφανές και ιδιαίτερα επικίνδυνο σκηνικό για τους καταναλωτές.

Λίγη, απέναντι στις σαρωτικές ανατιμήσεις των ειδών πρώτης ανάγκης, υπό το βάρος των οποίων τα ελληνικά νοικοκυριά στενάζουν. Τα βασικά αγαθά μετατρέπονται πλέον σε αγαθά πολυτελείας για τους πολίτες, με τον Υπουργό Ανάπτυξης να μας προτρέπει να ψάξουμε στη σχετική εφαρμογή για την καλύτερη τιμή και να κάνουμε τον σταυρό μας (όντως κύριε Γεωργιάδη, σας ακούμε και κάνουμε τον σταυρό μας, άφωνοι).

Λίγη, απέναντι στην ταχύτατη φτωχοποίηση της ελληνικής κοινωνίας. Περισσότεροι από 3,5 εκατομμύρια πολίτες απειλούνται από τη φτώχεια στη χώρα μας, με την ΕΛΣΤΑΤ να καταγράφει αξιοσημείωτη μείωση της κατανάλωσης. Σύμφωνα με τη Eurostat, η Ελλάδα κατέχει το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό των ατόμων που δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να εξασφαλίσουν ένα κανονικό γεύμα, τη στιγμή που σχεδόν το 50% των συνταξιούχων μας έχουν μηνιαίες αποδοχές από 700 ευρώ και κάτω και το αντίστοιχο ποσοστό στους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα λαμβάνει μισθό που δεν ξεπερνά τα 800 ευρώ, με 1 στους 5 εργαζομένους να παίρνει κάτω από 500 ευρώ.

Την ίδια στιγμή ο κ. Μητσοτάκης και η “αυλή” του, περί άλλων τυρβάζουν, προχωρώντας με αφοσίωση την άλωση των δημοσίων αγαθών με την επέλαση των ιδιωτών, επιδιδόμενοι σε μία αναίσχυντη παραποίηση γεγονότων και καταστάσεων, τρέχοντας διαρκώς πίσω από τις εξελίξεις.

Τελευταία, τα κυβερνητικά στελέχη προσπαθούν ανεπιτυχώς να αποποιηθούν των ευθυνών τους, επικαλούμενοι την ουκρανική κρίση για την έκρηξη των τιμών σε ενέργεια και βασικά αγαθά, όταν οι τιμές είχαν πάρει ήδη την ανιούσα από το φθινόπωρο και αγνοούσαν τις προειδοποιήσεις μας για τους επερχόμενους κινδύνους.

Μόλις πριν λίγες ημέρες η κυβέρνηση κατέθεσε τροπολογία για επιβολή πλαφόν στο περιθώριο μικτού κέρδους των επιχειρήσεων σε βασικά είδη, με τη διάταξη αυτή, ωστόσο να είναι ελλιπής, δυσεφάρμοστη και ανίκανη να συγκρατήσει το τσουνάμι ακρίβειας που έχει ήδη χτυπήσει τα νοικοκυριά.

Δεν μιλάμε πλέον για χάσμα αυτής της κυβέρνησης από την κοινωνία. Μιλάμε για μία άνευ προηγουμένου αδιαφορία, προκλητικότητα, απαξίωση και συστηματική υποτίμηση της νοημοσύνης του πολίτη, ο οποίος καλείται να πανηγυρίσει για τις πολυδιαφημισμένες επενδύσεις, τη στιγμή που σκέφτεται αν θα μετακινήσει το αμάξι του λόγω της εκτίναξης της τιμής της βενζίνης και λαμβάνει λογαριασμούς ρεύματος με ποσό πληρωμής διπλάσιο από τον μισθό του!

Αδιαπραγμάτευτη είναι η ανάγκη για μία γενναία αύξηση του κατώτατου μισθού στα 800 ευρώ, με μία ενδεχόμενη επιπλέον αύξηση σε δεύτερη φάση, μείωση των ειδικών φόρων κατανάλωσης και του ΦΠΑ στα βασικά προϊόντα διατροφής, πλαφόν στις τιμές ρεύματος – φυσικού αερίου, πάταξη της αισχροκέρδειας και ουσιαστική στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, ώστε να αντέξει η κοινωνία τους ισχυρούς κλυδωνισμούς των τελευταίων μηνών και να εξασφαλιστούν αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης για το σύνολο των πολιτών.

Είναι πλέον αδιαμφισβήτητο ότι η παρούσα κυβέρνηση ούτε θέλει, ούτε μπορεί να προβεί σε τέτοιες δομικές παρεμβάσεις που προσκρούουν στον νεοφιλελεύθερο προσανατολισμό της και στα συμφέροντα των λίγων και εκλεκτών που υπηρετεί πιστά.

Μόνος δρόμος πια οι κάλπες, για την ανάδειξη της νέας προοδευτικής κυβέρνησης που έχει ανάγκη όσο ποτέ ο τόπος.