Είναι πραγματικά τρομακτικό το γεγονός ότι η χώρα μας συνεχίζει να σπάει τα αρνητικά πανευρωπαϊκά ρεκόρ στα εργατικά δυστυχήματα

Παρευρεθήκαμε στην εκδήλωση που διοργάνωσαν χθες η Ομοσπονδία Συλλόγων Εργαζομένων Τεχνικών Επιχειρήσεων Ελλάδας (ΟΣΕΤΕΕ) και η Περιφέρεια Κρήτης, σε συνεργασία με το Εργατικό Κέντρο Ηρακλείου, το ΤΕΕ/ Περιφερειακό Τμήμα Ανατολικής Κρήτης (ΤΕΕ/ΤΑΚ) και τον Σύλλογο Τεχνικών Υπαλλήλων Ελλάδας (ΣΤΥΕ), με θέμα: «Υγεία και Ασφάλεια στην Εργασία».

Κατά τον χαιρετισμό μου, εστίασα στο μείζον ζήτημα των εργατικών δυστυχημάτων και την επικίνδυνη αδιαφορία της κυβέρνησης, θέμα για το οποίο έχουμε παρέμβει επανειλημμένως κοινοβουλευτικά.

Αρχικά αναφέρθηκα στην εξαιρετική πρωτοβουλία γι’ αυτή την τόσο σημαντική και καίρια εκδήλωση για την Υγεία και την Ασφάλεια στην Εργασία και συγχάρηκα θερμά τους διοργανωτές.

Είναι πραγματικά τρομακτικό το γεγονός ότι η χώρα μας συνεχίζει να σπάει τα αρνητικά πανευρωπαϊκά ρεκόρ στα εργατικά δυστυχήματα, καταγράφοντας μια ξέφρενη ανοδική πορεία.

Δυστυχώς, η κυβέρνηση συνεχίζει να δείχνει, όχι απλά έλλειψη μέριμνας για το τόσο σοβαρό αυτό θέμα, αλλά μία ανησυχητική συστηματική αδιαφορία και παραμέληση.

Η πλήρης απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, η κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, η υποβάθμιση των υπηρεσιών εκείνων, που θα μπορούσαν να συμβάλλουν καθοριστικά στην πρόληψη για τα ατυχήματα, είναι συνειδητές κυβερνητικές επιλογές.

Θυμόμαστε όλοι ότι μία από τις πρώτες παρεμβάσεις της κυβέρνησης της ΝΔ το 2019, ήταν η επιτελική υποβάθμιση του Σ.ΕΠ.Ε., καθώς μετατράπηκε από Σώμα με Προϊστάμενο Ειδικό Γραμματέα υπαγόμενο απευθείας στον Υπουργό Εργασίας, σε ακόμα μία Γενική Διεύθυνση του Υπουργείου Εργασίας υπαγόμενη στη Γενική Γραμματεία Εργασίας.

Ενώ, λίγο πριν κλείσουν τα 2 χρόνια με αυτή την – αναποτελεσματική σε κάθε περίπτωση- οργανωτική δομή, η κυβέρνηση τον Ιούνιο του 2021 (ν. 4808) αποφάσισε την κατάργηση του Σ.ΕΠ.Ε. και το μετασχηματισμό του σε Ανεξάρτητη Αρχή Επιθεώρησης Εργασίας.

Οι οργανωτικές αυτές αλλαγές έγιναν χωρίς κανέναν προηγούμενο σχεδιασμό και αφαίρεσαν από τον φορέα τους ελάχιστους πόρους του, υπονομεύοντας το κύριο έργο του, που είναι η προστατευτική του παρέμβαση του στην αγορά εργασίας.

Ακόμα περιμένουμε απάντηση από τον Υπουργό Εργασίας στην Ερώτηση που είχαμε καταθέσει τον περασμένο Ιούνιο για την ενίσχυση του Σ.ΕΠ.Ε. με επιπλέον προσωπικό αλλά και υλικοτεχνική υποδομή, ώστε να αυξήσει τους ελέγχους στους χώρους εργασίας και να κάνει αποτελεσματικότερη τη δράση του στο πεδίο προστασίας των εργαζομένων και των εργασιακών τους δικαιωμάτων.

Αλλά τι απάντηση να περιμένουμε για την προστασία των εργαζομένων από την κυβέρνηση που, να μην πάμε πολύ μακριά, μόλις πριν λίγες μέρες ψήφισε τη δυνατότητα χειρισμού όλων των κλαρκ ανύψωσης έως 2,5 τόνων, από τον οποιονδήποτε χωρίς να απαιτείται άδεια χειρισμού;

Πραγματοποιήσαμε και γι’ αυτό το ζήτημα κοινοβουλευτική παρέμβαση, ζητώντας να αποσυρθεί το επίμαχο άρθρο του νομοσχεδίου, αλλά δυστυχώς, για μια ακόμα φορά εισπράξαμε σιωπή και αδιαφορία.

Ωστόσο, δεν πρόκειται να εγκαταλείψουμε αυτό τον αγώνα. H προώθηση ασφαλούς και αξιοπρεπούς εργασίας πρέπει να αποτελεί μονόδρομο σε κάθε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα δραστηριοτήτων.

Ο ευρωπαϊκός πυλώνας κοινωνικών δικαιωμάτων, που υπεγράφη από το Συμβούλιο, την Επιτροπή και το Κοινοβούλιο τον Νοέμβριο του 2017, θεσπίζει 20 δικαιώματα και αρχές, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος, που κατοχυρώνεται στο άρθρο 31 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, σε συνθήκες εργασίας οι οποίες σέβονται την υγεία, την ασφάλεια και την αξιοπρέπεια των εργαζομένων.

Σύμφωνα με την αρχή 10 του πυλώνα οι εργαζόμενοι έχουν δικαίωμα σε υψηλού επιπέδου προστασία της υγείας και της ασφάλειας στην εργασία, καθώς και σε εργασιακό περιβάλλον που είναι προσαρμοσμένο στις επαγγελματικές ανάγκες τους και τους επιτρέπει να παρατείνουν τη παραμονή τους στην αγορά εργασίας.

Τέλος, οφείλουμε κάποια στιγμή να συνειδητοποιήσουμε όλοι, ότι τα οφέλη από τη διασφάλιση αξιοπρεπών συνθηκών εργασίας, επεκτείνονται πέρα από τους ίδιους τους εργαζομένους, στις επιχειρήσεις και την κοινωνία στο σύνολό της, συμβάλλοντας καθοριστικά στην προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης, της απασχόλησης, της ποιότητας και της παραγωγικότητας στην εργασία.